Της δικαιοσύνης ήλιε

You are currently viewing Της δικαιοσύνης ήλιε

Της δικαιοσύνης ήλιε

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης

από το Άξιον Εστί

Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ
και μυρσίνη εσύ δοξαστική.
Μη παρακαλώ σας μη
Μη παρακαλώ σας μη
Μη παρακαλώ σας μη
λησμονάτε τη χώρα μου.

Αετόμορφα τα έχει τα ψηλά βουνά
στα ηφαίστεια κλήματα σειρά.
Και τα σπίτια πιο λευκά
Και τα σπίτια πιο λευκά
Και τα σπίτια πιο λευκά
στου γλαυκού το γειτόνεμα.

Τα πικρά μου χέρια με τον κεραυνό
τα γυρίζω πίσω απ τον καιρό.
Τους παλιούς μου φίλους καλώ
Τους παλιούς μου φίλους καλώ
Τους παλιούς μου φίλους καλώ
με φοβερές και μ’ αίματα.

Της δικαιοσύνης ήλιε – Διάφορες εκτελέσεις

Το μελοποιημένο ποίημα του κορυφαίου ποιητή της Ελλάδας, βραβευμένου με Νόμπελ Λογοτεχνίας, Οδυσσέα Ελύτη, γράφτηκε το 1959 και μελοποιήθηκε λίγα χρόνια αργότερα, το 1964, από τον Μίκη Θεοδωράκη.

Γράφτηκε στην Αθήνα και στο Παρίσι από τον Μίκη Θεοδωράκη. Το 1960 το ξεκίνησε και το ολοκλήρωσε τρία χρόνια αργότερα, 1963. Είναι ένα έργο- σταθμός στην ιστορία όχι μόνο της ελληνικής μουσικής.

Ο Οδυσσέας Ελύτης εξηγεί πως έγραψε το Αξιον Εστί…

«Οσο κι αν μπορεί να φανεί παράξενο, την αρχική αφορμή να γράψω το ποίημα μου την έδωσε η διαμονή μου στην Ευρώπη τα χρόνια του ’48 με ’51. Ηταν τα φοβερά χρόνια όπου όλα τα δεινά μαζί – πόλεμος, κατοχή, κίνημα, εμφύλιος – δεν είχανε αφήσει πέτρα πάνω στη πέτρα. Θυμάμαι την μέρα που κατέβαινα να μπω στο αεροπλάνο, ένα τσούρμο παιδιά που παίζανε σε ένα ανοιχτό οικόπεδο. Το αυτοκίνητό μας αναγκάστηκε να σταματήσει για μια στιγμή και βάλθηκα να τα παρατηρώ. Ήτανε κυριολεκτικά μες τα κουρέλια. Χλωμά, βρώμικα, σκελετωμένα με γόνατα παραμορφωμένα, με ρουφηγμένα πρόσωπα. Τριγυρίζανε μέσα στις τσουκνίδες του οικοπέδου ανάμεσα σε τρύπιες λεκάνες και σωρούς σκουπιδιών. Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα που έπαιρνα από την Ελλάδα. Και αυτή, σκεπτόμουνα, ήταν η μοιρα του Γένους που ακολούθησε το δρόμο της Αρετής και πάλαιψε αιώνες για να υπάρξει. Πριν περάσουν 24 ώρες περιδιάβαζα στο Ουσί της Λωζάννης, στο μικρό δάσος πλάι στη λίμνη. Και ξαφνικά άκουσα καλπασμούς και χαρούμενες φωνές. Ηταν τα Ελβετόπαιδα που έβγαιναν να κάνουν την καθημερινή τους ιππασία. Αυτά που από πέντε γενεές και πλέον, δεν ήξεραν τι θα πει αγώνας, πείνα, θυσία. Ροδοκόκκινα, γελαστά, ντυμένα σαν πριγκηπόπουλα, με συνοδούς που φορούσαν στολές με χρυσά κουμπιά, περάσανε από μπροστά μου και μ’ άφησαν σε μια κατάσταση που ξεπερνούσε την αγανάκτηση.
Ητανε δέος μπροστά στην τρομακτική αντίθεση, συντριβή μπροστά στην τόση αδικία, μια διάθεση να κλάψεις και να προσευχηθείς περισσότερο, παρά να διαμαρτυρηθείς και να φωνάξεις. Ήτανε η δεύτερη φορά στη ζωή μου – η πρώτη ήτανε στην Αλβανία – που έβγαινα από το ατόμό μου, και αισθανόμουν όχι απλά και μόνο αλληλέγγυος, αλλά ταυτισμένος κυριολεκτικά με τη φυλή μου. Και το σύμπλεγμα κατωτερότητας που ένιωθα, μεγάλωσε φτάνοντας στο Παρίσι. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από το τέλος του πολέμου και τα πράγματα ήταν ακόμη μουδιασμένα. Όμως τι πλούτος και τι καλοπέραση μπροστά σε μας! Και τι μετρημένα δεινά επιτέλους μπροστά στα ατελείωτα τα δικά μας! Δυσαρεστημένοι ακόμα οι Γάλλοι που δεν μπορούσαν να ‘χουν κάθε μέρα το μπιφτέκι και το φρέσκο τους βούτυρο, δυσανασχετούσανε. Υπάλληλοι, σωφέρ, γκαρσόνια, με κοιτάζανε βλοσυρά και μου λέγανε: εμείς περάσαμε πόλεμο Κύριε! Κι όταν καμμιά φορά τολμούσα να ψιθυρίσω ότι ήμουν Ελληνας κι ότι περάσαμε κι εμείς πόλεμο με κοιτάζανε παράξενα: α, κι εσείς έ; Καταλάβαινα ότι ήμασταν αγνοημένοι από παντού και τοποθετημένοι στην άκρη-άκρη ενός χάρτη απίθανου. Το σύμπλεγμα κατωτερότητας και η δεητική διάθεση με κυρίευαν πάλι. Ξυπνημένες μέσα παλαιές ενστικτώδεις διαθέσεις άρχισαν να αναδεύονται και να ξεκαθαρίζουν.

Η παραμονή μου στην Ευρώπη με έκανε να βλέπω πιο καθαρά το δράμα του τόπου μας. Εκεί αναπηδούσε πιο ανάγλυφο το άδικο που κατάτρεχε τον ποιητή. Σιγά-σιγά αυτά τα δύο ταυτίστηκαν μέσα μου.

Το επαναλαμβάνω, μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά έβλεπα καθαρά ότι η μοίρα της Ελλάδας ανάμεσα στα άλλα έθνη ήταν ότι και η μοιρα του ποιητή ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους – και βέβαια εννοώ τους ανθρώπους του χρήματος και της εξουσίας. Αυτό ήταν ο πρώτος σπινθήρας, ήταν το πρώτο εύρημα. Και η ανάγκη που ένιωθα για μια δέηση, μου ‘δωσε ένα δεύτερο εύρημα. Να δώσω, δηλαδή, σ’ αυτή τη διαμαρτυρία μου για το άδικο τη μορφή μιας εκκλησιαστικής λειτουργίας. Κι έτσι γεννήθηκε το «Άξιον Εστί».

Πηγή: klik.gr

Το σημείωμα του συνθέτη στον πρώτο δίσκο του ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

Με την ολοκλήρωση της σύνθεσης και της εκτέλεσης του ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ που βασίζεται πάνω στο ομώνυμο ποίημα του Οδυσσέα Ελύτη, αισθάνομαι ότι έφτασα σ’ ένα τέρμα που συγχρόνως είναι (πρέπει να είναι) και μια αρχή.

Το έργο αυτό παρουσιάζει τον εαυτό μου, το πρόσωπό μου μπροστά στο κοινό μας, ακριβώς τέσσερα χρόνια ύστερα από την ολοκληρωτική στροφή μου προς τη λαϊκή μουσική, με τον ΕΠΙΤΑΦΙΟ του Γιάννη Ρίτσου, το καλοκαίρι του 1960.

Έλεγα τότε πως μπαίνω μέσα στον στίβο του λαϊκού μας τραγουδιού σαν ένας μαθητής που φιλοδοξεί να γράψει το ίδιο απλά και αυθόρμητα, όσο και οι λαϊκοί μας σύνθετες. Δεν ήταν σχήμα λόγου αυτό, αλλά μια αληθινή πράξη ζωής. Όμως για ποιον λόγο; Γιατί είχα πια σιγουρευτεί πως ο δρόμος της Δυτικής Τέχνης που μάθαμε στα ωδεία ήταν κλειστός, δίχως διέξοδο. Είχα πάει στην Ευρώπη για να ανακαλύψω καινούριους ορίζοντες και βρέθηκα κλεισμένος σε φανταστικές αποθήκες από μπετόν γεμάτες μουσική από νάιλον.

Και όμως εδώ στην πατρίδα μας, η μουσική ήταν ακόμα ζωντανή.

Γρηγόρης Μπιθικώτσης – Μίκης Θεοδωράκης

Βέβαια το λαϊκό μας τραγούδι δεν είχε το μεγαλείο των ηχητικών αρχιτεκτονημάτων της δυτικής μουσικής. Η ουσία όμως είναι πως τα κλασσικά λαϊκά μας τραγούδια είναι ολοκληρωμένα έργα που προσφέρουν ολοκληρωμένη αισθητική απόλαυση και επιπλέον συνδέονται άμεσα, ενεργητικά (και όχι μόνο μουσικά) με τον λαό και την εποχή μας, όπως άλλωστε συμβαίνει στις κλασικές περιόδους της τέχνης.

Η μαθητεία μου αυτή μέσα στο λαϊκό μας τραγούδι είχε φυσικά πολλές πλευρές, πολλές αιχμές, πολλούς στόχους: αισθητικούς, διαπαιδαγωγικούς και κοινωνικούς.

Το ελαφρό τραγούδι μας κάνει να ξεχνάμε. Το λαϊκό τραγούδι μας κάνει να θυμόμαστε.

Αυτήν ακριβώς «τη μνήμη του λαού μου», όπως λέει και ο Ελύτης, ήθελα κυρίως να αφυπνίσω και να οξύνω.

Ήταν, νομίζω, άνοιξη του ’61 που έλαβα το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ, δώρο ευγενικό του ποιητή, και το ίδιο βράδυ είχα σχεδιασμένα τα δύο πρώτα μέρη, τη «Γένεση» και τα «Πάθη».

Θέλω μ’ αυτό να δείξω πόσο ήδη ενυπήρχε μέσα μου αυτή η μουσική και δεν έμενε παρά το χτύπημα της ρομφαίας πάνω στο βράχο για να αναπηδήσει το ζωντανό νερό των ήχων. Ως και η μορφή του έργου, με τις πλούσιες εναλλαγές του ποιητικού λόγου, του άλλοτε απέραντου σαν αρχιπέλαγος, του άλλοτε κατανυκτικού σαν ψαλμός ή του πειθαρχημένου σαν λαϊκό τραγούδι, μου προσέφερε εκπληκτικές δυνατότητες, που πολύ φοβούμαι πως δεν κατόρθωσα να τις εξαντλήσω μέσα σ’ αυτό το πρώτο μουσικό γύμνασμα.

Το πρόβλημα ήταν πως να ισορροπήσω το καθαρά λαϊκό τραγούδι με τις έντεχνες μουσικές μορφές της λαϊκής μουσικής, καθώς παρουσιάζονται είτε από την ορχήστρα είτε από τον ψάλτη (βαρύτονο) είτε από τη χορωδία.

Εδώ στην έντεχνη επεξεργασία, προχώρησα με πρόθεση εντελώς αφαιρετική, με τη συνείδηση, θα ‘λεγα, του αγιογράφου, που μισεί τη σάρκα, θέλοντας να ταυτίσει τη μορφή με την ψυχή.

«Στο διάβολο», είπα, «και τα εγκεφαλικά κοντραπούντα και οι πολύπλοκες αρμονικές ρυθμικές και ενορχηστρωτικές σχέσεις. Ας βγει η ψυχή της μουσικής μας ακέραιη, ντυμένη με πάχνες και δροσοσταλίδες, χορεύοντας με το ρωμαίικο νταούλι. Ας αφήσουμε τις επιδείξεις για τους esthetes που έχασαν την ψυχή τους κι ας τραγουδήσουμε απλά τους καημούς και της ελπίδες της Ρωμιοσύνης».

Μίκης Θεοδωράκης
Αθήνα 1964

(Απόσπασμα από τη σελίδα του συνθέτη)

Διαβάστε επίσης:

Έτσι γεννήθηκε το «Άξιον Εστί»!

Οι συντελεστές του «Άξιον Εστί» μετά την πρεμιέρα στο «Ρεξ» (19 Οκτωβρίου 1964). Από αριστερά: Θόδωρος Δημήτριεφ, Οδυσσέας Ελύτης, Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Κατράκης, Γρηγόρης Μπιθικώτσης.

Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική Χρήση – Παρόμοια Διανομή 4.0 Διεθνές .

Views: 81

Αφήστε μια απάντηση