Μετά πάσης ειλικρινείας … – Σχόλια του Νότη Μαυρουδή για Χατζιδάκι – Θεοδωράκη

You are currently viewing Μετά πάσης ειλικρινείας … – Σχόλια του Νότη Μαυρουδή για Χατζιδάκι – Θεοδωράκη

Σχόλια του Νότη Μαυρουδή για το Μάνο Χατζιδάκι και τον Μίκη Θεοδωράκη από το ιστολόγιό του στο tar.

Σχολιάκι 632 (Μετά πάσης ειλικρινείας…) (23/7/2021)

Με αφορμή έναν διάλογο (;)

Ομολογώ πως δεν γνωρίζω εάν ο παρατιθέμενος πιο κάτω διάλογος μεταξύ Θεοδωράκη — Χατζιδάκι είναι φανταστικός ή όχι· το μόνο που σίγουρα γνωρίζουμε είναι ο τόπος και ο χρόνος όπου τοποθετείται κι αυτός δεν είναι άλλος από το στούντιο, όπου ηχογραφήθηκαν τα «Παράλογα», δηλαδή το 1976, με τον Μίκη να αφηγείται την «Ελλαδογραφία» των Χατζιδάκι-Γκάτσου.
Διαβάζοντας τον διάλογο σε μια ανάρτηση της κ. Κυριακής Πανουσοπούλου στο Facebook, μου έκανε εντύπωση η αληθοφάνεια του κειμένου, καθώς αντανακλούσε τις συγκεκριμένες προσωπικότητες, την ειλικρίνεια που τους χαρακτήριζε, αλλά και την με αρκετή δόση αστεϊσμού διάθεσή τους για σαρκασμό τού ενός απέναντι στον άλλον.
Αναφέρομαι σε αυτές τις δυο μέγιστες, διαχρονικές προσωπικότητες, οι οποίες οδήγησαν (μαζί με άλλους) τη χώρα μας, κατά την μεταπολεμική περίοδο, στο πνευματικό κι ελπιδοφόρο θαύμα τής δημιουργικής αναζήτησης της δεκαετίας τού ‘60, που την ταρακούνησε συθέμελα σε πολιτισμικό και κοινωνικοπολιτικό επίπεδο. Προσέφεραν πολυποίκιλες ευκαιρίες για αλλαγή αισθητικών επιλογών και συνέδεσαν τον ποιητικό λόγο με το καθημερινό τραγούδι.
Ο Μίκης και ο Μάνος. Δυο διαφορετικοί και συγχρόνως αγαπητοί και κοινής αποδοχής δημιουργοί…
Αυτά όμως είναι σε όλους γνωστά και δεν χρειάζεται να τα επαναλαμβάνω, παρ’ όλο που αυτή η εποχή του 21ου αιώνα, με τις τόσες πολυεπίπεδες και ραγδαίες αλλαγές, κινδυνεύει να γίνει σημείο αναφοράς και χρονικό καταγραφής τής φθοράς τής μνήμης.
Ποια θα είναι τα… θύματα; Η… αυτοψία θα το δείξει!

Ας πάμε τώρα στον διάλογο:

-Το ξέρεις βέβαια Μάνο ότι είμαστε οι δύο σπουδαιότεροι Έλληνες συνθέτες;

-Ναι βέβαια, αλλά ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτά. Θέλει να βαράει παλαμάκια και να χορεύει ζεϊμπέκικα.

-Εγώ πάντως Μάνο, θα ηγηθώ, θα βγω σε λεωφόρους και στάδια και πλατείες και θα γίνω σύμβολο. Έχω το λαό μαζί μου.

-Εγώ δεν έχω τον λαό μαζί μου Μίκη. Αλλά δε με αφορά. Με αφορά η μουσική, ο έρωτας, η ελευθερία και η ευαισθησία. Ό,τι δηλαδή περιφρονεί αυτός ο τόπος.

-Μάνο, θα πεθάνεις πρώτος φοβάμαι.

-Ναι Μίκη. Αλλά ίσως ζήσω περισσότερο.

Ο διάλογος αυτός, ελπίζω πως είναι υπαρκτός και όχι κατασκευασμένος· θα μπορούσε ωστόσο, να είναι αληθινός, αφού για κάποιον που τους γνώρισε αποτυπώνει αρκετά τούς διαφορετικούς χαρακτήρες των δυο δημιουργών. Θα επιθυμούσα όμως να… ακτινογραφήσω για λίγο τον διάλογό τους, προσπαθώντας να αντιληφθούμε τις αντιλήψεις του καθενός.
Ο Μίκης λοιπόν υποστηρίζει πως «είμαστε οι δύο σπουδαιότεροι Έλληνες συνθέτες», «θα ηγηθώ», «θα γίνω σύμβολο», «έχω το λαό μαζί μου».
Μμμμμ… Μεγαλόπνοα σχέδια είχε στο μυαλό του ο Μίκης ήδη από την περίοδο τού ’60 και βέβαια μετά την πτώση της Χούντας το 1974, για το πολιτιστικό-κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο της τότε ελληνικής πραγματικότητας.
Ο Μάνος, απαντάει με την αμεσότητα και συνετή σκέψη που τον χαρακτήριζε σε όλη του τη ζωή. «Ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτά», «ο κόσμος θέλει να βαράει παλαμάκια και να χορεύει ζεϊμπέκικα», «Εγώ δεν έχω τον λαό μαζί μου Μίκη. Αλλά δε με αφορά. Με αφορά η μουσική, ο έρωτας, η ελευθερία και η ευαισθησία. Ό,τι δηλαδή περιφρονεί αυτός ο τόπος».
Κι εγώ τώρα αναρωτιέμαι: ποιος είναι ο πιο γήινος; Ποιος είναι ο πιο βαθύτατα πολιτικός; Ποιος ο προφητικός, ο στοχαστής, ποιος αναδεικνύεται ως ο πιο ρεαλιστής και προσγειωμένος, σχετικά με τις εξελίξεις και την πολιτιστική ουσία τής κοινωνίας μας σε ό,τι αφορά τις ακροάσεις τραγουδιών και την πρυτανεύουσα λαϊκίστικη φόρμα, που έχει κατακλύσει τα ραδιόφωνα, τις τηλεοράσεις και τα κοινωνικά δίκτυα.
«Δεν με αφορά να έχω τον λαό μαζί μου, Μίκη»· φράση με βαθύ περιεχόμενο ως προς τον στόχο και την κατάληξη ενός σπουδαίου έργου.
Και πράγματι, πού αποσκοπεί; Πού θέλει να καταλήξει ένα έργο; Στο ευρύτερο και άμορφο πολιτιστικά κοινό ή να προστεθεί σαν ένα λιθαράκι στη γενικότερη μουσική κουλτούρα του τόπου;
«Με αφορά η μουσική, ο έρωτας, η ελευθερία και η ευαισθησία.» Την φράση αυτή του Μάνου τη βρίσκω έως και ποιητική. Αυτές οι τέσσερις πτυχές που «εκφράζουν» κι «αφορούν» τον Μάνο, βρίσκω πως είναι η… πεμπτουσία ενός Δημιουργού.

Να μην παρεξηγηθώ. Τρέφω σεβασμό, θαυμασμό κι αγάπη και για τους δυο· από παλιά θεωρώ πως είμαι γέννημα-θρέμμα των δημιουργημάτων τους και της εποχής που έδρασαν. Γνωρίζοντας και τους δυο από κοντά είδα πτυχές τού χαρακτήρα και της σκέψης τους. Η δε τελευταία ατάκα του Μάνου «αλλά ίσως ζήσω περισσότερο» τοποθετεί τον θάνατο και τη ζωή σε ξεχωριστά πεδία, σε άλλο πλαίσιο, βαθύτατα φιλοσοφικό.
Και θα προσθέσω πως και οι δυο θα υπάρχουν (θα ζουν) διαχρονικά, κι αυτό δεν αποτελεί μια προσωπική άποψη αλλά γενικότερη αποδοχή κάθε Έλληνα πολίτη που γνωρίζει, έστω στοιχειωδώς, το πλούσιο ρεπερτόριό τους και τη συμμετοχή τους στα κοινά, ο καθένας ακολουθώντας τον δικό του δρόμο. Δράσεις, τραγούδια και άλλες ποικίλες παρεμβάσεις, δημιούργησαν τη ραχοκοκαλιά τού μεταπολεμικού πολιτισμού στη χώρα μας και απετέλεσαν πηγή αστείρευτη που θα «π ί ν ο υ ν» για πάντα νερό οι μεταγενέστερες γενιές.

Όσο και να εξελίσσεται και να αλλάζει μορφή το Ελληνικό τραγούδι, όσες νέες ευκολίες να παρέχει η τεχνολογία και ο επιτηδευμένος εκσυγχρονισμός τής μεγάλης μερίδας των νέων συνθέσεων, ο κορμός αυτός, που δημιουργήθηκε από τον Μίκη και τον Μάνο, θα υπάρχει ως υποδομή-σημείο αναφοράς τής εγχώριας φιλοσοφίας του πολιτισμού των ήχων.
Ο Μίκης και ο Μάνος, ίσως ακόμα κι αν δεν το ξέρουμε, θα μας συνδέουν με το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον…

 

Είκοσι χρόνια μοναξιάς… (13/6/2014)

Είναι χρόνια μοναξιάς η απουσία του Μάνου Χατζιδάκι; Όπως καταλαβαίνετε, το ερώτημα είναι ρητορικό. Είναι προσχηματικό. Για όσους ασχολούνται σοβαρά με το Ελληνικό τραγούδι (μουσικούς, διανοούμενους, ακροατές, μελετητές) ο Χατζιδάκις υπήρξε και συνεχίζει να είναι μια καταλυτική παρουσία της μεταπολεμικής Ελλάδας σε πολύπλευρες μορφές τής μουσικής τέχνης, της ποίησης και των ιδεών. Δεν θα κάνουμε ασφαλώς απολογισμό έργου εδώ, έχουν ειπωθεί επανειλημμένως, επί είκοσι χρόνια, σε αρθρογραφίες και αφιερώματα και έχουν κατ’ επανάληψη ομονοήσει οι πάντες για τη γενναία πορεία της ζωής του που συμπεριέλαβε πολλές και διαφορετικές πολιτιστικές διαστάσεις.

Το κεφάλαιο Μάνος Χατζιδάκις είναι ένα εθνικό κεφάλαιο, όπως κι εκείνο του Θεοδωράκη, του Σολωμού, και μερικών άλλων. Οι γενιές του ’50, του΄60 και εντεύθεν, βίωσαν μια καταλυτική εποχή και εμπέδωσαν το γεγονός πως αν έλειπαν αυτές οι προσωπικότητες, η χώρα θα ήταν διαφορετική και η πορεία δίχως πυξίδα. Ο Χατζιδάκις από τη μεριά του, ήταν ο μέντορας που μας πρόσφερε έναν κώδικα τραγουδιών υψηλής τέχνης και τεχνικής, που θα έπρεπε να τον αποκωδικοποιήσουμε, λαμβάνοντας υπ’ όψη την ελληνική τέχνη και εμπειρία στο σύνολό της. Εκεί μέσα κατέθεταν την βαθύτερή τους έννοια η ποίηση, η λογοτεχνία, τα εικαστικά, το ρεμπέτικο και η ανώνυμη παράδοση. Ο προσεκτικός παρατηρητής διαπιστώνει πως παράλληλα δεν λείπουν ποτέ από τα τραγούδια του οι αναφορές και οι επιρροές από παλαιότερες δημιουργικές παρουσίες σπουδαίων συνθετών τής λόγιας-έντεχνης μουσικής, καθώς και στοιχεία της εξέλιξης των μουσικών ρευμάτων και τεχνοτροπιών…
Θα έλεγα πως πολλά από τα έργα τού Χατζιδάκι, που και ο ίδιος τα διαχώριζε από τα υπόλοιπα τραγούδια του, αποτελούσαν τον κορμό τής προσωπικότητάς του. Όχι βέβαια πως τα απλά του τραγούδια (από θέατρο, επιθεωρήσεις, κινηματογράφο κλπ) είναι κατώτερα της μουσικής του ευφυΐας, απεναντίας, εκατομμύρια ανθρώπων τα απόλαυσαν και πήραν από αυτά πολύ οξυγόνο τόσο κατά τη διάρκεια της νεότητας όσο και της ενηλικίωσής τους.
Τα πιο «εσωτερικά του» τραγούδια (Κύκλος CNS, Οι Όρνιθες, Τζοκόντα, Μεγάλος Ερωτικός, Παράλογα, Reflections, Οι μπαλάντες τής οδού Αθηνάς, κλπ) απαιτούν διείσδυση σε βάθος για να τα αντιληφθούμε και να τα ανακαλύψουμε, όπως όλα τα σύνθετα έργα μουσικής και λόγου. Εξ’ άλλου, πάντα η λόγια πλευρά τής μουσικής, έστω και σε μορφή τραγουδιού, είχε ανάγκη από ακροατές προετοιμασμένους να ψάξουν και να ανακαλύψουν τα στοιχεία που απαρτίζουν τα σύνθετα έργα. Μέσα σ’ αυτά συνυπάρχουν αρμονικά και ανεπιτήδευτα η φόρμα, η μνήμη, οι καταβολές, οι ευρύτερες σκέψεις, οι αναγωγές, οι εποχές, ο κοινωνικός περίγυρος, ο δημιουργός, η ορχήστρα του και η επιλογή-χρήση των οργάνων (ενορχήστρωση), το μελωδικό μέρος, η αρμονία, οι ισορροπίες των ηχοχρωμάτων, το ήθος ως τελικό αποτέλεσμα, οι ερμηνευτικές αναγωγές, τέλος, η επιτυχής υλοποίηση των σύνθετων σκέψεων…

Στο ελληνικό τραγούδι συναντάμε αρκετές φορές τόση σύνθεση στοιχείων, ιδιαίτερα σε παλαιότερα του ’60 και του ’70 (Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, Ξαρχάκος, Σαββόπουλος κ.α). Ήταν η εποχή μιας πανσπερμίας τραγουδιών που σηματοδότησαν την «Άνοιξη» της μεταπολεμικής εποχής. Εκεί λοιπόν ο Μάνος Χατζιδάκις, από πολύ νεαρή ηλικία, φάνηκε πως θα αποτελούσε έναν δυνατό φάρο που θα έστελνε πλέριο φως στο ελληνικό τοπίο. Και το φως αυτό θα διαρκεί ποιος ξέρει σε πόσο βάθος χρόνου…

Η διαχρονικότητα της τέχνης έχει να κάνει με την αντοχή των υλικών και «υλικά» είναι όλα τα πνευματικά-πολιτιστικά εργαλεία που διαθέτει ο καθένας από εμάς. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο που να κινεί τα νήματα της δημιουργίας πέρα από τη διάθεση του δημιουργού να ερμηνεύσει τα όποια πνευματικά του υλικά, για να τα εκθέσει στην κοινωνία. Μέσα σ’ αυτήν, διαχέεται το υλικό και αφομοιώνεται ή εξαφανίζεται…
Συγχωρείστε μου αυτή τη μικρή, σύντομη και μη επαρκή ανάλυση, αλλά στην περίπτωση του Χατζιδάκι δεν μπορώ να είμαι πιο σύντομος και συνοπτικός, αφού είναι ένας ογκόλιθος της μουσικής (και όχι μόνο) που χρήζει περισσότερου προβληματισμού και τον (ξανά)θυμόμαστε αφού συμπληρώνονται είκοσι χρόνια απουσίας και μοναξιάς…   
Υπερβάλλω; Το διαπιστώνουμε όλοι όσοι παρακολουθούμε από κοντά την πορεία του ελληνικού τραγουδιού. Από τις 15 Ιουνίου 1994 που έφυγε, στο αυλάκι κύλησε πολύ νερό. Η αλλαγή τού τοπίου στο ελληνικό τραγούδι έχει πλέον απτά σημάδια κόπωσης και διάλυσης. Οι δισκογραφικές εταιρίες (όσες έχουν απομείνει) αδυνατούν να υπερασπιστούν οτιδήποτε. Η παραγωγή τών νέων δίσκων γίνεται «ιδίοις εξόδοις», δυσκολεύοντας την παραγωγή τραγουδιών, ιδιαίτερα των νέων τραγουδοποιών. Το γιουροβιζιονιστικό είδος, η τηλεοπτική ελαφρότητα και η ατμόσφαιρα του τραγουδιού τής νύχτας (με εννοείτε, ε;) δεσπόζει. Η χατζιδακική διάσταση λάμπει και δια της απουσίας της… Έχω επανειλημμένως υποστηρίξει πως υπήρξε ένας από τους πιο «χρήσιμους» πολίτες του ελληνικού πολιτισμού.

Δεν είναι πια Σχολιάκι αυτό. Ξεπέρασα τον προβλεπόμενο χώρο μου αλλά μια τέτοια απουσία δεν μου επιτρέπει να είμαι πιο σύντομος, αφού μου δημιουργεί μύριες σκέψεις περί του θέματος που τελειωμό δεν έχουν…

 

Κομματικά ανοίγματα στον Χατζιδάκι…

16 Μαΐου, 2010

Ιδιαίτερη χαρά ένοιωσα όταν διάβασα σήμερα πως το ΚΚΕ οργανώνει συναυλία αφιερωμένη στον Μάνο Χατζιδάκι, στη Ρωμαϊκή αγορά (6 – 8 Σεπτεμβρίου 2008).
Μα –θα μου πεις- είναι η πρώτη φορά που θα γίνει συναυλία του συνθέτη στον ίδιο χώρο; Όχι ασφαλώς. Θα είναι όμως η πρώτη φορά που ο συγκεκριμένος πολιτικός – κομματικός χώρος θα κάνει επίσημα μια τέτοια …υπέρβαση.
Να την χαιρετίσουμε. Να την χαιρετίσουμε με ενθουσιασμό, αφού, έτσι όπως το είχα καταλάβει εγώ, στη σκέψη αυτού του κόμματος υπάρχουν δυο αποχρώσεις συνθετών: εκείνοι του λαού, και οι άλλοι, οι απέναντι. Οι αντιλαϊκοί. Ο συχωρεμένος εθεωρείτο ότι ανήκε στους …δεύτερους(!!! ) αφού ουδέποτε σήκωνε σε γροθιά το αριστερό του χέρι και -επιπλέον- στηλίτευε πάντα τις κομματικές και πνευματικές αγκυλώσεις από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα και όσους συντηρούσαν παλαιά δόγματα.
Με αυτή την έννοια, η οργάνωση συναυλίας από το ΚΚΕ στον Μάνο Χατζιδάκι, στοιχειοθετεί «άνοιγμα» από εκείνα που ονομάζονται «ιστορικά» και «καραμπινάτα», όσο και αν αυτή η αναγνώριση έρχεται καθυστερημένα μερικές δεκαετίες…
Το θέμα δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο και να προσποιηθούμε πως ο συγκεκριμένος πολιτικός χώρος έκανε μια συναυλία όπως οι υπόλοιπες που οργανώνει στις διάφορες εκδηλώσεις του.
Θα ήταν επίσης ενδιαφέρον να δούμε εάν μια τέτοια συναυλία – αφιέρωμα, θα περιοριστεί αποκλειστικά και διεκπεραιωτικά στο μουσικό μέρος ή εάν θα υπάρξει και κάποια ομιλία σημαίνοντος στελέχους του κόμματος που θα αναφέρει τους λόγους μιας άλλης «οπτικής» ή μιας άλλης εποχής που …διορθώνει κάτι που οι νέες εποχές και τα νέα δεδομένα απαιτούν.
Το ΚΚΕ επανατοποθετείται. Αυτό δεν είναι κακό, αντιθέτως, αποκαθιστά τον Χατζιδάκι στη συνείδηση όλων όσοι είχαν σχηματίσει εντύπωση πως εξέφραζε «δεξιές» και συντηρητικές (!!! ) αντιλήψεις. Όμως, όποιος θεωρούσε κάτι τέτοιο, απλώς δεν γνώριζε τον άνθρωπο και εθελοτυφλούσε και υποτασσόταν σε ιδεοληψίες του κόμματος ή των δύστροπων καιρών. Ο Χατζιδάκις ήταν πρωτίστως άνθρωπος του πνεύματος και ασυμβίβαστος. Πρωτοστατούσε στον καταγγελτικό λόγο, αδιαφορώντας για τις πολιτικές αποχρώσεις και τα κομματικά κατεστημένα, που συγκρουόταν πολλές φορές μαζί τους. Υπήρξε αυτόνομος – αυθύπαρκτος και από πολύ νωρίς δεν δίσταζε να έρθει σε κάθετη ρήξη με ό,τι θεωρούσε πως συμβάλει στη δημιουργία λιμναζόντων υδάτων. Όλα αυτά σημαίνουν πως ερχόταν σε ρήξη με ό,τι κομματικό πάγωνε και ακινητοποιούσε τη σκέψη και τον προοδευτικό εκσυγχρονισμό. Όλα αυτά επίσης, σημαίνουν πως ο συνθέτης δεν δίσταζε (εκτός από τις δεξιές πολιτικές ) να συγκρουστεί και με την αριστερά και ιδιαίτερα με ένα μεγάλο κομμάτι της…
Για να επανέλθουμε λοιπόν, λέω πως το αφιέρωμα του Σεπτεμβρίου στον Χατζιδάκι από το ΚΚΕ, θα φέρει στο φως (υποθέτω) πολλές συζητήσεις γύρω από τον χρόνο που έχασε το κόμμα αυτό, ώσπου να αποφασίσει να αποκαταστήσει όχι έναν δικό του αγωνιστή (βεβαίως – βεβαίως ) αλλά, πάντως, έναν από τους πιο χρήσιμους πολίτες αυτής της χώρας, αυτού του πολιτισμού.

(από την Ελευθεροτυπία, 23/5/08)

Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική Χρήση – Παρόμοια Διανομή 4.0 Διεθνές .

Views: 30

Αφήστε μια απάντηση